δομέω
δομέω, build
Could not find δεδομημένας in Logeion dictionaries.
δεδομημένας perfect middle-passive participle feminine accusative plural, perfect middle-passive participle feminine genitive singular of δομέω
1 construir, edificar Hsch.s.u. τεῖχος ... ἐφ' ὑψηλῷ λόφῳ δεδόμητο
ἡ στέγη κοινὴ ... δεδομημένη
τοὺς τάφους ... ἐν τοῖς ἕλεσι δεδομημένους
πλίνθῳ ... καὶ γύψῳ δεδομημένα
δομηθέντα τῷ θεῷ θυσιαστήρια
ἐπέγραφεν ὄνομα ... τὸ τῶν πρώτως δομησαμένων (τὰ δημόσια ἔργα)
ἵνα ... δομήσηται τὸν βωμόν
• fig. en v. act.
ἃ γὰρ χρόνος δόμησε
2 colocar, utilizar en construcción
λίθοι τειχῶν εὖ δεδομημένοι