διαμιλλάομαι
διαμιλλάομαι, to contend hotly, strive earnestly
Could not find διαμιλλώμενον in Logeion dictionaries.
διαμιλλώμενον present middle participle masculine accusative singular, present middle participle neuter nominative singular, present middle participle neuter vocative singular, present middle participle neuter accusative singular of διαμιλλάομαι
- contend hotly, strive earnestly, δέκα πρὸς δέκα ἀλλήλοις Pl. Lg. 833e; τινί with one, Id. R. 516e; πρός τινα Plb. 16.21.6; δ. περί τινος about a thing, Pl. R. 517d; τινὶ ἐν λόγοις καὶ ἐν ἔργοις ib. 563a: c. gen. rei, δ. λειοτέρας ὁδοῦ Id. Lg. 833b; τινὶ περὶ δεῖπνα Plu. Them. 5: pf. διημίλληται in pass. sense, Luc. Par. 58.
1 pelear, rivalizar, disputar con c. dat.
ἀλλήλοις
τοῖς ... δεσμώταις
τῇ τοῦ θεοῦ δόξῃ
τοῖς ἀνταγωνισταῖς
πρεσβυτέροις ... ἐν λόγοις καὶ ἐν ἔργοις
τῷ Κίμωνι περὶ δεῖπνα
πρὸς ἀλλήλους τοῖς ἐπαίνοις
πρὸς τὰ μειράκια ... ἐν τοῖς ὅπλοις
περὶ τῆς ... ἐμπειρίας πρὸς ἀλλήλους
πρὸς Ζήνωνα διαμιλλώμενος ὡς ὁ σοφὸς πάντως ἂν εἴη
• sólo c. dat. instrum., constr. prep. u or. interr. rivalizar en o por
διαμιλλώμενοι τοῖς θυμοῖς
rivalizando en corajeἐν πότῳ
περὶ τούτου
περὶ τῶν ἴσων
παρ' ὁποτέρῳ τρέφοιτο τὸ παιδίον
• fig. competir
τύχη ... πρὸς τὴν ἀρετὴν τοῦ ἀνδρός
2 tr. defender en v. pas.
ταῦτα μὲν ἱκανῶς διημίλληταί σοι
- Dep. to contend hotly, strive earnestly, τινι or πρός τινα Plat.; περί τινος Plat.