About Report a problem

Menu

διασκέπτομαι

διασκέπτομαι, examine

Could not find διασκέπτεσθαι in Logeion dictionaries.

διασκέπτεσθαι present middle infinitive of διασκέπτομαι

See διασκέπτεσθαι in Morpho

διασκέπ-τομαι,
  • = διασκοπέω, Luc. Vit.Auct. 27, VH 2.18.

Saved

Recent