Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
διασπαράττω
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διασκοπητέον
διασκοπιάομαι
διασκορπίζω
διασκόρπισις
διασκορπισμός
διασκορπιστής
διασκορπιστικός
διασκύλλω
διασκώπτω
δίασμα
διασμάω
διασμενίζω
διασμηκτικός
διασμήχω
διασμιλεύω
διασμυρνίζω
διάσμυρνον
διάσμυρνος
διασμύχομαι
διασμύχω
διασοβέω
διασόβησις
διασοφίζομαι
διάσοφος
διασπαθάω
διασπαθίζω
διασπαραγμός
διασπαρακτός
διασπάραξις
διασπαράσσω
διασπαράττω
διασπάσιμος
διάσπασις
διάσπασμα
διασπασμός
διασπαστέον
διασπαστεόν
διασπαστικός
διάσπαστος
διασπαταλάω
διασπάω
διασπείρω
διάσπερμος
διασπεύδω
διάσπιλος
διασπλεκόω
διασποδέω
διασπορά
διασποράδην
διασπορέη
διασπορεύς
διασπορίζω
διασπουδάζω
διασσάω
διάσσυτος
διᾴσσω
διασταδόν
διαστάζω
διασταθμάομαι
διαστάθμησις
διασταθμίζω
…
διασπαράττω
Save
Grieks Nederlands
δια-σπαράττω,
Ion.
διασπαράσσω
aan stukken scheuren.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts