διαμέμφομαι
διαμέμφομαι, to blame greatly
Could not find διεμέμφοντο in Logeion dictionaries.
διεμέμφοντο imperfect middle indicative 3rd plural of διαμέμφομαι
διαμέμφομαι,
- blame greatly, τι Th. 8.89; τοὺς φιλοσοφοῦντας Isoc. 3.1; τινὰ ἐπί τινι D.C. 46.51; τινὰ ὅτι . . Arist. PA 663a35.
reprochar, criticar
τὰ πράγματα
τοὺς φιλοσοφοῦντας
ὕβριν τὸ πρᾶγμα ... διεμέμφετο
ὃν νῦν διαμέμφεσθε ὡς ταραξάρχην
• c. ac. de pers. y giro prep.
τὸν Σιλανὸν ... ἐπὶ τῇ τοῦ Ἀντωνίου συμμαχίᾳ διεμέμψατο
criticó a Silano por la alianza con Antonio
• c. ὅτι:
διαμέμφεται τὸν ταῦρον ὅτι οὐκ ἐπὶ τοῖς ὤμοις ἔχει τὰ κέρατα
δια·μέμφομαι, blâmer fortement : τινά τινος, Isocr. 26a ; τινα ἐπί τινι, DC. 46, 51, qqn de qqe ch. ; τινὰ ὅτι, Arstt. P.A. 3, 2, 10, qqn de ce que, etc. ; δ. τι, Thc. 8, 89, critiquer qqe ch.
διαμέμφομαι, hart radeln ; τινά, Isocr. 3.1 ; τὰ πράγματα Thuc. 8.89 ; Arist. u. Folgde, wie DC. 46.51, τινὰ ἐπί τινι.
διαμέμφομαι
fut. -ψομαι
- Dep. to blame greatly, Thuc.