δοκιμαστέον
1 cien. hay que comprobar experimentalmente, hay que ensayar
ἅπερ ἐκ τῆς περὶ αὐτὰ συγγυμνασίας δ.
ref. plantasδ. δὲ τὸ γάλα γεύσει καὶ ὄψει
τότε ἀντὶ τῶν ἐμπλάστρων μαλάγματα δ.
2 hay que aprobar después de examen, hay que dar el visto bueno
οὔτε τοὺς προχείρους εἰς φιλίαν οὔτε τοὺς ὀκνηροὺς δ.
τάς γε τίτθας
τὸν ἔχοντα ... δ. καὶ αἱρετέον
• medic. hay que considerar conveniente, hay que prescribir
τὴν ... κίνησιν