πλακουντάριον
πλακουντάριον, flat cake (dim.)
Could not find πλακουνταρίου in Logeion dictionaries.
πλακουνταρίου neuter genitive singular of πλακουντάριον
πλακουνταρίου masculine genitive singular of πλακουντάριος
πλᾰκουντ-άριον, τό, Dim. of πλακοῦς, Str. 17.1.38, Arr. Epict. 3.12.11.
πλακουντάριον, ου (τὸ) [ᾰ] c. πλακούντιον, Str. 812 ; Arr. Epict. 3, 12, 11.
πλακουντάριον, τό, dim. von πλακοῦς, Strab. u. a.Sp.