ποσθαλίσκος
ποσθαλίσκος, little dick
Could not find ποσθαλίσκον in Logeion dictionaries.
ποσθαλίσκον Noun: masculine accusative singular of ποσθαλίσκος
ποσθ-ᾰλίσκος, ὁ,
- = πόσθων II, Ar. Th. 291.
ποσθαλίσκος, ου (ὁ) c. πόσθων 2, Ar. Th. 291.
Étym. pour la format. cf. κωραλίσκος, Θετταλίσκος.