About Report a problem

Menu

πτήσσω

πτήσσω, to frighten, scare, alarm

Could not find πτήσσοντος in Logeion dictionaries.

πτήσσοντος present active participle masculine genitive singular, present active participle neuter genitive singular of πτήσσω

See πτήσσοντος in Morpho

πτήσσω (never πτήττω), Ar. V. 1490, X. Cyr. 3.3.18: fut. πτήξω AP 12.141 codd. (Mel.): aor. ἔπτηξα E. HF 974, etc., Dor. ἔπταξα Pi. P. 4.57, Ep. πτῆξα Il. 14.40: aor. 2 ἔπτᾰκον in compd. καταπτακών A. Eu. 252; Ep. 3 dual καταπτήτην Il. 8.136: pf. ἔπτηχα Isoc. 5.58, (κατ-) Lycurg. 40, D. 4.8; later ἔπτηκα (κατ-) Them. Or. 24.309b; Ep. part. πεπτηώς, ῶτος (v.infr. II.2).
    • I Causal, scare, alarm, πτῆξε θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν Ἀχαιῶν Il. 14.40; ἐχθροὺς πτῆξαι Thgn. 1015.
    • II intr., crouch or cower for fear, of animals, ἅπερ πτηνῶν ἀγέλαι τάχʼ ἂν σιγῇ πτήξειαν ἄφωνοι S. Aj. 171 (anap.); πτήξας δέμας παρεῖχε A. Pers. 209; [πῶλος] π. αἰσχύνῃσιν S. Fr. 659.9, cf. Ar. Av. 777; of human beings, ἔπταξαν ἀκίνητοι σιωπᾷ Pi. P. 4.57; ὑπὸ φόβῳ π. E. Ba. 1035 (lyr.); πτῆξαι ταπεινήν Id. Andr. 165; π. θυμόν S. OC 1466 (lyr.); κακῶς πάσχων π. Pl. Smp. 184b; δοκεῖ μοι τοῦ αὐτοῦ ἀνδρὸς εἶναι καὶ εὐτυχοῦντα ἐξυβρίσαι καὶ πταίσαντα . . πτῆξαι X. Cyr. 3.1.26; ἐκποδὼν π. Ar. Th. 36: with Preps., π. ἐν μυχοῖς πέτρας E. Cyc. 408; εἰς ἕνα χῶρον Ar. Lys. 770; πόλις πρὸς πόλιν π. E. Supp. 269; βωμὸν ὄρνις ὣς ἔπτηξʼ ὕπο Id. HF 974: c. acc. loci, βωμὸν π. Id. Ion 1280.
      • 2 crouch, of men in ambush, νῷν εἰς ἐρημίαν ὁδοῦ Id. Andr. 753; ὑπὸ τεύχεσι πεπτηῶτες Od. 14.474.
      • 3 c. acc. rei, crouch for fear of . ., ἀπειλάς A. Pr. 175 (anap.); φοβούμενοι πτήσσομεν αὐτούς X. Cyr. 3.3.18; ταῖς διανοίαις μὴ πτήξαντες τὸν τῶν ἐπιόντων φόβον Lycurg. 49; δόρυ Lyc. 280, IG 14.1296: abs., ὁ λέων . . ὁρώμενος . . οὐδέποτε φεύγει οὐδὲ πτήσσει Arist. HA 629b13.

Saved

Recent