Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σύφος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συσφίγγω
συσφιγκτήρ
σύσφιγκτος
συσφιγκτός
σύσφιγμα
σύσφιγξις
συσφραγίζω
σύσχεσις
συσχετήριον
συσχηματίζω
συσχημάτισις
συσχηματισμός
συσχίζω
συσχολάζω
συσχολαστής
σύσχολος
σύτο
συφακίζω
σύφαξ
Σύφαξ
σῦφαρ
συφειός
συφεόνδε
συφεός
συφετός
συφεών
συφορβέω
συφόρβιον
συφορβός
συφός
σύφος
Συχάρ
Συχέμ
συχνάζω
συχνάκις
σύχνασμα
συχνεών
συχνολουσία
συχνός
συχνοσύνθετος
συψειρικόν
συψέλιον
συώδης
σφάγανον
σφαγεῖον
σφαγεύς
σφαγή
σφαγία
Σφαγία
σφαγιάζομαι
σφαγιάζω
σφαγιασμός
σφαγιαστήριον
σφαγίδιον
σφαγίζω
σφάγιον
σφάγιος
σφαγίς
σφαγιστήριον
σφαγίτης
σφαγῖτις
…
σύφος
Save
Pape
σύφος
, äol. = σοφός,
EM
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}