Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
τρισβδέλυκτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τριπύλιος
τριπυλοειδής
τρίπυλον
τρίπυλος
Τρίπυλος
Τριπυργία
τρίπυργος
τρίπωλος
τρίρριζος
τρίρρυθμος
τρίρρυμος
τρίς
τρισάγιος
τρισαέναος
τρισάθλιος
τρισαθλίως
τρισάλαστος
τρισαλιτήριος
τρισάλυπος
τρίσαμος
τρισανάριθμος
τρισάνθρωπος
τρισάποτμος
τρισαρειοπαγίτης
τρισάριθμος
τρισαριστεύς
τρισάσμενος
τρισατυχής
τρισαύγουστος
τρισάωρος
τρισβδέλυκτος
τρισβδέλυρος
τρισδείλαιος
τρισδύστηνος
τρισεινάς
τρισέληνος
τρισέλικτος
τρισεξάγιστος
τρισεξώλης
τρισέπαρχος
τρισεπιβάρβαρος
τρισευδαίμων
τρισευτυχής
τρίσεφθος
τρισέχθιστος
τρισέωλος
τρίσηλος
τρισημερεύω
τρισήμερος
τρίσημος
τρισθανής
τρισκαίδεκα
τρισκαιδεκαέτης
τρισκαιδεκάκις
τρισκαιδεκάκλινος
τρισκαιδεκάμηνος
τρισκαιδεκάπαχυς
τρισκαιδεκάπηχυς
τρισκαιδεκαπλασίων
τρισκαιδεκαστάσιος
τρισκαιδεκαταῖος
…
τρισβδέλυκτος
Save
Pape
τρισβδέλυκτος
,
dreimal, gänzlich verabscheut
, bei Osann
auct. lex
. p. 158.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts