ἀνδριαντοποιητική
Found ἀνδριαντοποιητικὴ with different accentuation.
ἀνδριαντοποιητικὴ feminine nominative singular of ἀνδριαντοποιητικός
ἀνδριαντοποιητική, ῆς (ἡ) s. e. τέχνη, c. le suiv. Arstt. P.A. 1, 1.
Étym. ἀνδριαντοποιέω.
ἀνδριαντοποιητική, Bildhauerkunst, Arist. part. an. 1.1 (p. 640.30).