ἀποτελευτάω
ἀποτελευτάω, to end
Could not find ἀποτελευτᾶν in Logeion dictionaries.
ἀποτελευτᾶν present active infinitive of ἀποτελευτάω
ἀποτελευτᾶν feminine genitive plural of ἀποτελευτή
- end, ἐς τεταρταίους Hp. Aër. 10, cf. Alex.Aphr. Pr. 2.57; εἰς ἀνίας, εἰς ἡδονάς, Pl. Prt. 353e, 354b; ἀποτελευτῶν at last, Id. Plt. 310e; εἰς τοὐναντίον καὶ τὸ ἄμεινον Arist. Metaph. 983a18; ἡ ὀλιγαρχία εἰς δῆμον ἀπετελεύτησεν Id. Pol. 1305b11.
terminar en c. εἰς:
ἐς τεταρταίους
σύνδεσμοι ... ἐς πόδας
εἰς τὸ κύτος τῆς κοιλίας
• resultar en
εἰς ἀνίας
εἰς ἡδονάς
εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους
εἰς τοὐναντίον καὶ τὸ ἄμεινον
ἡ ὀλιγαρχία ... εἰς δῆμον
εἰς τὸ ἄλογον καὶ φυσικὸν ... τῆς ψυχῆς
• abs.
ἀποτελευτῶσα
finalmente
- intr. to end, εἴς τι in a thing, Plat.