ἀρσενοκοίτης
ἀρσενοκοίτης, lying with men
Could not find ἀρσενοκοίταις in Logeion dictionaries.
ἀρσενοκοίταις masculine dative plural of ἀρσενοκοίτης
ἀρσενο-κοίτης, v. ἀρρενοκοίτης.
sodomita, homosexual
οὔτε μοιχοὶ οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται
ἄρρην ἀρρενοκοίτης
ἀρσενοκοίτης
κοίτη
- lying with men, NTest.