Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
Ἀρτότρωγος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀρτοποπ-
ἀρτοποπέω
ἀρτοποπής
ἀρτοπόπος
ἀρτοπράτης
ἀρτοπράτισσα
ἀρτοπτεῖον
ἀρτόπτης
ἀρτοπτίκινος
ἀρτοπτίκιος
ἀρτοπτρίς
Ἀρτοπύκτης
ἀρτοπωλεῖον
ἀρτοπωλέω
ἀρτοπώλης
ἀρτοπωλία
ἀρτοπωλικόν
ἀρτοπώλιον
ἀρτόπωλις
ἀρτοπώλισσα
ἄρτος
ἀρτός
Ἄρτος
ἀρτοσιτέω
ἀρτοσιτία
ἀρτοσιτίη
ἀρτοστάσιον
Ἀρτόστης
ἀρτοστροφέω
ἀρτοτροφία
Ἀρτότρωγος
ἀρτοτυρῖται
ἀρτότυρος
ἀρτουργός
Ἀρτούχας
ἀρτοφαγέω
ἀρτοφαγία
ἀρτοφάγος
Ἀρτοφάγος
ἀρτοφάκιον
ἀρτοφοῖνιξ
ἀρτοφόριον
ἀρτοφορίς
ἀρτοφόρον
ἀρτοφόρος
ἀρτόχαρις
Ἀρτόχμης
ἀρτοψύγιον
Ἀρτύβιος
ἀρτύδιον
Ἀρτύκας
Ἀρτύλας
ἀρτυλία
ἀρτύλλεν
ἄρτυμα
ἀρτυμᾶς
ἀρτυματᾶς
ἀρτυματηρά
ἀρτυματικός
ἀρτυμάτιον
ἀρτυματοθήκη
…
Ἀρτότρωγος
Save
DGE
Ἀρτότρωγος
-ου, ὁ
Artotrogo
o
Tragapán
n. de parásito, Plaut.
Mil
.9.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts