Ἐξήκεστος
Could not find Ἐξηκέστου in Logeion dictionaries.
Ἐξηκέστου Proper-name noun: masculine genitive singular of Ἐξήκεστος
Ἐξήκεστος· ἡταιρηκώς, ὅθεν καὶ τοὺς πρωκτοὺς ὁμωνύμως ἐξηκέστους ἔλεγον, Hsch.
Ἐξήκεστος, ου (ὁ) Exèkestos, h. Thc. 6, 73 ; Dém. 379, 16 ; 666, 28.