Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ὀφιδεύειν
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀφθαλμίζομαι
ὀφθαλμικός
ὀφθάλμιον
ὀφθάλμιος
ὀφθαλμῖτις
ὀφθαλμοβολέω
ὀφθαλμοβόλος
ὀφθαλμοβόρος
ὀφθαλμοδουλεία
ὀφθαλμοδουλία
ὀφθαλμόδουλος
ὀφθαλμοειδής
ὀφθαλμοειδῶς
ὀφθαλμοκλέπτης
ὀφθαλμοπονέω
ὀφθαλμοπόνος
ὀφθαλμός
ὀφθαλμόσοφος
ὀφθαλμοστατήρ
ὀφθαλμότεγκτος
ὀφθαλμοφανής
ὀφθαλμοφανῶς
ὀφθαλμώδης
ὀφθαλμωρυχέω
ὀφθαλμωρύχος
ὀφθαλμώρυχος
ὀφθῆναι
ὀφθήσομαι
ὀφιακός
ὀφίασις
ὀφιδεύειν
ὀφίδιον
ὀφιηβοσίη
ὀφιήτης
ὀφιῆτις
ὀφιοβόλος
ὀφιοβόρος
ὀφιογενής
ὀφιογένιον
ὀφιόδειρος
ὀφιόδηκτος
ὀφιοδιώκτης
ὀφιοειδής
ὀφιόεις
ὀφιόθριξ
ὀφιοκτόνη
ὀφιοκτόνος
ὀφιομάχης
ὀφιομάχος
ὀφιόμορφος
Ὀφιονεῖς
ὀφιόνεος
ὀφιονῖκοι
Ὀφιόνιος
ὀφιοπαίκτης
ὀφιοπλόκαμος
ὀφιόπους
ὀφιοπρόσωπος
ὀφιόσκορδον
ὀφιοσκόροδον
ὀφιόσπαρτος
…
ὀφιδεύειν
Save
LSJ
ὀφιδεύειν·
σχολάζειν, διατρίβειν, ὀκνεῖν,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts