καβαλλάτιον
Could not find Καβαλλίωνος in Logeion dictionaries.
Καβαλλίωνος Proper-name noun genitive singular of Καβαλλίων
καβαλλάτιον, τό,
- = κυνόγλωσσον, Ps.-Dsc. 4.127.
καβαλλάτιον, ου (τὸ) c. κυνόγλωσσον, Diosc.
καβαλλάτιον, τό, eine Pflanze, = κυνόγλωσσον, Diosc.