καβαλλάτιον Save LSJ Bailly 2024 Pape καβαλλάτιον, τό, = κυνόγλωσσον, Ps.-Dsc. 4.127. καβαλλάτιον, ου (τὸ) c. κυνόγλωσσον, Diosc. καβαλλάτιον, τό, eine Pflanze, = κυνόγλωσσον, Diosc.