συνεπικούρειος
συνεπικούρειος, fellow-Ericurean
Could not find Συνεπικουρείους in Logeion dictionaries.
Συνεπικουρείους masculine accusative plural of συνεπικούρειος
συνεπι-κούρειος, ὁ,
- fellow-Epicurean, Arr. Epict. 2.20.13.