συνεπιμελητής
συνεπιμελητής, a coadjutor
συνεπι-μελητής, οῦ, ὁ,
- fellow-curator, coadjutor, X. Cyr. 5.4.17, IG 2(2).1317.2 (both pl.).
συνεπιμελητής, οῦ (ὁ) coopérateur, auxiliaire, Xén. Cyr. 5, 4, 17.
Étym. συνεπιμελέομαι.
συνεπιμελητής, ὁ, der Mitbesorger, Xen. Cyr. 5.4.17.
συνεπιμελητής
συν-επιμελητής, οῦ, ὁ,
- a coadjutor, Xen.