αὐτοπραγία
αὐτοπραγία, free, independent action
Could not find αὐτοπραγίας in Logeion dictionaries.
αὐτοπραγίας feminine accusative plural, feminine genitive singular of αὐτοπραγία
- free, independent action, Pl. Def. 411e, Chrysipp.Stoic. 3.176, Ph. 2.51, Procl. in Prm. p.664 S.; ἐξουσία αὐτοπραγίας Stoic. 3.86.
acción propia o debida ref. σωφροσύνη:
αὐτοπραγία κατὰ φύσιν
ὁμοίως τῆς τε αὐτοπραγίας καὶ ὀλιγοπραγμοσύνης ἀστείων ὄντων
• ref. ἐλευθερία:
ἐξουσία αὐτοπραγίας
• ref. δικαιοσύνη:
αὐτοπραγίας ... αἰτία
• ref. a un precepto alegórico pitagórico
τοῦτο (τὸ σύμβολον) εἰς φιλοσοφίαν προτρέπει καὶ τὴν κατὰ νοῦν αὐτοπραγίαν
este (precepto) impulsa a la filosofía y a la acción libre