διακίδνημι
disipar, dispersar abscesos, Eun.VS 499, en v. pas.
τὰ νέφη ... ὑπ' αὐτοῦ (τοῦ ἡλιακοῦ φωτός) διακίδναται
disipar, dispersar abscesos, Eun.VS 499, en v. pas.
τὰ νέφη ... ὑπ' αὐτοῦ (τοῦ ἡλιακοῦ φωτός) διακίδναται