διακλείω
διακλείω, shut out
Could not find διακλεισθησόμενον in Logeion dictionaries.
διακλεισθησόμενον future passive participle masculine accusative singular, future passive participle neuter nominative singular, future passive participle neuter vocative singular, future passive participle neuter accusative singular of διακλείω
- shut out or off, χορηγίας τινί Plb. 1.82.13; τινὰ ἀπὸ τῆς χώρας ib. 73.6; τινὰ τῆς εἰσόδου D.H. 11.14: c. inf., διεκλείσθη συμμετασχεῖν J. BJ 1.19.1.
- II close, τὸ στόμα τοῦ Πόντου App. Mith. 12.
1 cerrar c. ac. de cosa
τὸ στόμα τοῦ Πόντου
ὅπλοις τὰς ἐξόδους
τὰς ἐπὶ τὴν κώμην ὁρμὰς αὐτῶν διακλείειν
• fig. impedir
διακλείων τὰς χορηγίας τοῖς περὶ τὸν Μάθω καὶ Σπένδιον
2 cerrar el paso, prohibir el acceso, estorbar c. ac. de pers. y gen. separat.
ἀπὸ τῆς χώρας τοὺς Καρχηδονίους
με τῆς εἰσόδου
πολλοὺς ... τῆς φιλανθρωπίας
• en v. pas. ser impedido c. gen.
διακλεισθησόμενον τὸν Μόλωνα τῆς εἰς τὴν Μηδίαν ἐπανόδου
διεκλείσθη ... συμμετασχεῖν