διοικονομέω
διοικονομέω, administer
Could not find διῳκονόμει in Logeion dictionaries.
διῳκονόμει imperfect active indicative 3rd singular of διοικονομέω
administrar, organizar, disponer
κτήματα καὶ χρήματα
δυνάμεις ... αἱ διοικονομοῦσαι (ὕλην)
τὸν βίον
ταὐτὸν ... ὁ θεὸς ἐφ' ἡμῶν διῳκονομηκέναι
ἀπολογεῖσθαι περὶ τῶν διῳκονομημένων
ref. a una συμμαχίατὸν ἁμαρτωλὸν διοικονομούμενον ὑπὸ τοῦ θεοῦ
κοινὰ ... διοικονομούμενα
θεωρῆσαι ... ἀνάγκην λόγου πρὸς τὸ χρήσιμον ... διοικονομουμένου
• en v. med. mismo sent.
τὰ καθ' ἑαυτὴν (ὑποθήκην) διοικονο[με]ῖσθαι
ἡ θεία δύναμις πάντα διοικονομεῖται
• de pers., en v. pas. ser tratado
ὁ ἁμαρτωλὸς διοικονομούμενος ὑπὸ τοῦ θεοῦ