About Report a problem

Menu

καταμέτρησις

καταμέτρησις, measuring out

Could not find καταμέτρησιν in Logeion dictionaries.

καταμέτρησιν feminine accusative singular of καταμέτρησις

See καταμέτρησιν in Morpho

καταμέτρ-ησις, εως, ἡ,
  • measuring out, Plb. 6.41.5, S.E. M. 1.46; τῆς τοῦ σώματος ἰδέας Iamb. Myst. 10.5.

Saved

Recent