καταμεστόω
καταμεστόω, fill quite full of
καταμεστ-όω,
- fill quite full of a thing, τινος Pherecr. 145.28.
κατα·μεστόω-ῶ (ao. κατεμέστωσα, pf. pass. καταμεμέστωμαι) remplir entièrement, Phérécr. fr. 143.