μετείω
μετείω, Ep. subj. pres. of μέτειμι (εἰμί sum).
μετείω, v. μέτειμι 1.
μετείω, ep. = μετῶ, conj. zu μέτειμι¹, Il. 23.47.
μετείω
subj. μέτειμι1.
μετείω : see μέτειμι 1.