μετεκβολή Save LSJ Bailly 2024 Pape μετεκ-βολή, = μεταβολή, Cratin. 427. μετ·εκβολή, ῆς (ἡ) expulsion, Crat. (Com. fr. 2, 202). Étym. μετά, ἐκβάλλω. μετεκβολή, ἡ, Cratin. bei Phot., der es μεταβολὴ καὶ ἐξάλλαξις erkl.