μιαρότης
μιαρότης, foulness
Could not find μιαρότητα in Logeion dictionaries.
μιαρότητα Noun: feminine accusative singular of μιαρότης
μῐᾰρότης, ητος, ἡ,
- foulness, An.Ox. 2.440.
μιαρότης, ητος (ἡ) c. μιαρία, Orig. c. Cels. p. 136.
μιαρότης, ητος, ἡ, = μιαρία, Sp.