μηχανουργία Save LSJ Bailly 2024 μηχᾰν-ουργία, ἡ, = μηχανοποιία, Ath.Mech. 31.13. μηχανουργία, ας (ἡ) [χᾰ] fabrication ou construction de machines, Athénée méc. Étym. μηχανουργός.