Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σταφιδίτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στᾳτίτης
στατιών
στατός
στάτρια
Στατύλλιον
Στατύλλιος
Στάτυλλος
στάτωρ
Στάτωρ
σταυνίξ
σταυρηδόν
σταυρικός
σταυρίον
σταυροειδής
σταυροειδῶς
σταυροκόμιστος
σταυρός
σταυρότυπος
σταυροφάνεια
σταυροφανῶς
σταυροφόρος
σταυρόω
σταύρωμα
σταυρώσιμος
σταύρωσις
σταυρωτήρ
σταυρωτής
σταφιδευταῖος
σταφίδιον
σταφίδιος
σταφιδίτης
σταφιδῖτις
σταφιδοποιία
σταφιδοποιΐα
σταφιδόω
σταφίς
στάφος
σταφυλάγρα
σταφυλεπάρτης
σταφυλή
σταφύλη
Σταφύλη
σταφυληγέω
σταφυληκόμος
σταφυλητομία
σταφυλητόμος
σταφυληφόρος
σταφυλίζειν
σταφυλίζω
σταφυλῖνος
σταφύλινος
σταφυλιοκαύστης
σταφύλιον
σταφυλίς
σταφυλίτης
σταφυλοβολεῖον
σταφυλοβόλιον
Σταφυλοδαίμων
σταφυλόδενδρον
σταφυλοδρόμας
σταφυλοδρόμοι
…
σταφιδίτης
Save
Pape
σταφιδίτης
, ὁ, fem. σταφιδῖτις,
von getrockneten Weinbeeren
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}