σταφιδευταῖος
σταφιδευταῖος, of dried grapes
στᾰφῐδευταῖος, α, ον, (σταφίς)
- of dried grapes, = στεμφυλίτης, τρύγες Hp. Morb. 3.17; σταφίδιοι οἶνοι raisin wines, ibid.; σταφιδίτης οἶνος Orib. Fr. 19, Gloss.
σταφιδευταῖος, α, ον [ᾰῐ] fait de raisiné, Hpc. 497, 8.
Étym. σταφίς.
σταφιδευταῖος, von getrockneten und gepreßten Weinbeeren, Hippocr., τρὺξ στεμφυλῖτις σταφ.