Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
τραχηλιώδης
τραχηλιώδης, stiff-necked
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τραφαλός
τράφε
τραφέμεν
τράφεν
τραφέν
τραφερός
τράφη
τραφῇ
τράφηξ
τραφθῆναι
τραφοῖσα
τράφον
τράφος
τράφω
τραχαλᾶς
τράχε
Τραχειώτης
τραχεόστρακος
τραχέως
τραχηλάγχη
τραχηλᾶς
τραχήλια
τραχηλιαῖος
τραχηλιάω
τραχηλίζω
τραχηλιμαῖος
τραχήλιον
τραχηλίς
τραχηλισμός
τραχηλιστήρ
τραχηλιώδης
τραχηλοδεσμότης
τραχηλοειδής
τραχηλοκάκη
τραχηλοκοπέω
τραχηλοκοπία
τράχηλον
τράχηλος
τραχηλόσιμος
τραχηλώδης
Τραχίνιος
Τράχιος
Τραχίς
τραχόομαι
τρᾶχος
τράχουρος
τραχόω
τραχυβατέω
τραχύδερμος
τραχυδέρμων
τραχυλεκτέω
τραχυλεξία
τραχύλογος
τραχυντικός
τραχύνω
τραχυόδους
τραχυόστρακος
τραχύπους
τραχύς
τράχυσμα
τραχυσμός
…
τραχηλιώδης
Save
τραχηλιώδης, stiff-necked
LSJ
τρᾰχηλ-ιώδης, ες,
stiff-necked,
EM
751.35.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts