φθειροκομίδης
φθειροκομίδης, lousy fellow
φθειρο-κομίδης [ῐ], ου, ὁ,
- lousy fellow, Com.Adesp. 1188.
φθειροκομίδης, ὁ, der Läuse nährt, ein lausiger Kerl, Hesych.
φθειροκομίδης, lousy fellow