About Report a problem

Menu

φθείρω

φθείρω, φθείρω, destroy; corrupt, bribe; seduce

φθείρω, Aeol. φθέρρω Hdn.Gr. 2.303, al.; Arc. φθήρω IG 5(2).6.17 (Tegea, iv B. C.): Ion. impf. φθείρεσκε (δια-) Hdt. 1.36: fut. φθερῶ X. HG 7.2.11, (δια-) A. Ag. 1266, etc.; Ion. φθερέω (δια-) Hdt. 5.51; Ep. φθέρσω (δια-) Il. 13.625: aor. 1 ἔφθειρα A. Pers. 244 (troch.), X. HG 7.2.4; poet. ἔφθερσα Lyc. 1402; Arc. 3 sg. opt. (?) φθέραι IG 5(2).6.8 (Tegea, iv B. C.): pf. ἔφθαρκα Din. 1.64, (δι-) E. Med. 226; Arc. part. ἐφθορκώς IG 5(2).6.10 (Tegea, iv B. C.): —Med., fut. φθεροῦμαι (in pass. sense) S. OT 272, E. Andr. 708, Th. 7.48; Ion. φθερέομαι (δια-) Hdt. 8.108 (v.l. δια-φθαρέεται), 9.42 (vv. ll. δια-φθαρέονται, δια-φθορεῦνται); later φθαροῦμαι Archig. ap. Orib. 8.23.5:— Pass., fut. φθᾰρήσομαι Hp. VM 13, Arist. Metaph. 1066b30, Epicur. Ep. 1 p.7 U., (δια-) E. Hec. 802, etc., Dor. -ησοῦμαι Ti.Locr. 94d: aor. ἐφθάρην [ᾰ] S. OT 1502, Th. 7.13, Pl. Lg. 708c; poet. 3 pl. ἔφθαρεν Pi. P. 3.36: also part. κατα-φθερείς Epich. 35.13: pf. ἔφθαρμαι S. El. 765, 3 pl. ἐφθάραται Th. 3.13; inf. ἐφθάρθαι Arist. Metaph. 1021b27, (δι-) Is. 9.37, Aeol. ἔφθορθαι Eust. 790.8: plpf. 3 pl. ἐφθάρατο App. BC 3.15, (δι-) Hdt. 8.90. The compd. διαφθείρω is much more freq. than the simple Verb:—
  • destroy things, μῆλα κακοὶ φθείρουσι νομῆες Od. 17.246; φ. τῶν Συρίων τοὺς κλήρους waste them, Hdt. 1.76, cf. X. HG 7.2.11, An. 4.7.20; τοὺς θεῶν νόμους S. Aj. 1344; τὰς ναῦς v.l. in Th. 2.91; τὴν πόλιν καὶ νόμους Pl. Lg. 958c, cf. X. Mem. 1.5.3; εὐδαιμονίαν Din. l.c.; ἔμβρυα Dsc. 2.163; τὸ συλληφθέν Sor. 1.60 (also abs., miscarry, ib. 59); τὸν κοινὸν οἶκον Mitteis Chr. 284.11 (ii B. C.): —Pass., to be destroyed, S. Aj. 25, etc.; ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται Arist. EN 1103b8; εἰς τὸ μὴ ὂν φ. pass away, cease to be, Epicur. Ep. 1 p.5 U.; δυὰς προσθέσει μονάδος εἰς τριάδα φθείρεται μηκέτι μένουσα δυάς Ph. 2.509; of animals, perish, PStrassb. 24.15 (ii A. D.).
      • 2 of persons, μαψαῦραι . . . ναύτας φ. destroy them, Hes. Th. 876 (but perh. only Act. of signf. II.4); στρατόν A. Pers. 244 (troch.), Ag. 652:—Pass., Id. Pers. 272, 283 (lyr.); γειτόνων πολλοὶ ἁμᾷ . . ἔφθαρεν Pi. P. 3.36; νόσῳ ἐφθάραται Ἀθηναῖοι Th. 3.13, cf. 7.48; πρόρριζον ἔφθαρται γένος S. El. 765; ἔφθαρμαι I am undone! Men. Her. 13; μὴ φθαρῶσιν PMich.Zen. 80.4 (iii B. C.).
      • 3 corrupt, bribe, τινα D.S. 4.73; lure, entice, trap, κημοῖσι πλεκτοῖς πορφύρας φθείρει γένος S. Fr. 504 (s. v. l.); φθείρει γὰρ ἡ πρόνοια τὴν ἀβουλίαν entices to its ruin, entraps, Trag.Adesp. 484 (s. v.l.); pervert, φθείρουσιν ἤθη χρήσθʼ ὁμιλίαι κακαί E. Fr. 1024:—Pass., v. infr. II.3.
        • b seduce a woman, ὑπὸ τῆς θυγατρὸς ἀδικούμενον καὶ Διονυσίου τοῦ φθείραντος αὐτὴν κιναίδου PEnteux. 26.11 (iii B. C.):—Pass., E. Fr. 485, D.Chr. 11.153 (but not Att. acc. to Phryn. 53, Moer. p.103 P.), Artem. 5.17.
      • 4 ruin, spoil, ποσὶν φθείροντα πλοῦτον ἀργυρωνήτους θʼ ὑφάς, of one who treads on rich carpets, A. Ag. 949; βαφὰς φθείρουσα τοῦ ποικίλματος, of blood, Id. Ch. 1013; of a poison, ὧνπερ ἂν θίγῃ, φθείρει τὰ πάντα S. Tr. 716; φαρμάκων φθείρειν πεφυκότων τὰ σώματα Gal. 15.541; δούλην (wet-nurse) μὴ φθείρουσαν τὸ γάλα BGU 1058.29 (i B. C.), cf. Sor. 1.88; τοῦ σώματος (sc. τῶν νοσούντων) φθείροντος τὸ θρέψαι δυνάμενον ib. 90, cf. 63, al.
      • 5 τὰ μιγνύμενα τῶν χρωμάτων οἱ βαφεῖς φθείρεσθαι καὶ φθοράν τὴν μῖξιν ὀνομάζουσιν Plu. E apud Delph. 2.393c (where μιαίνω 1 is compared).
    • II Pass. (cf. supr. 1.1, 2),
      • 1 φθείρεσθε (as a curse) may you perish! ruin take you! Il. 21.128, Sannyr. 10; φθείρου as an imprecation, go to the devil! be off! Ar. Ach. 460, Pl. 598, 610 (anap.), E. Fr. 610; ἐκποδὼν ἡμῖν φθείρεσθε Herod. 6.16:c. gen., φθείρεσθε τῆσδε off from her! unhand her, let her go, E. Andr. 715 (so in fut. indic., εἰ μὴ φθερῇ τῆσδʼ ὡς τάχιστʼ ἀπὸ στέγης if thou dost not depart . . . ib. 708).
        • b with a Prep., φθείρεσθαι πρὸς τοὺς πλουσίους, of hangers-on and flatterers, D. 21.139, cf. Plu. Phoc. 21, Eum. 14, Ant. 24; εἰς ἡδονὰς ἀπὸ . . πόνων Anon. ap. Stob. 4.31.84; ἀκούω σε λυρῳδοῦ γυναικὸς ἐρᾶν καὶ εἰς ἐκείνης φθειρόμενον πᾶσαν τὴν ἐφήμερον ἄγραν κατατίθεσθαι Alciphr. 1.18.
      • 2 Medic., ἡ κοιλίη φθαρήσεται will be deranged, disordered, Hp. VM 13.
      • 3 to be morally corrupted, ἐφθάρη ἡ γῆ ἐναντίον τοῦ θεοῦ LXX Ge. 6.11, cf. Ho. 9.9, al.; ἔστι ἐν Ἀλεξανδρείᾳ σκηνῶν ἐν τοῖς Ἀριστοβούλου φθειρόμενος PCair.Zen. 37.7 (iii B. C.); φθαρεὶς Εὔτυχος ὑπὸ τῆς Ἀρσινόης ib. 620.7 (iii B. C.); but ἐν Σικυωνίαι ἐφθαρμένους is f.l. for ἐν Σικυῶνι διεφθ. (cj. Sintenis) in Plu. Arat. 40.
      • 4 of seafarers, wander, drift (cf. supr. I.2, πολύφθορος II.2, φθορά 8), πόσον χρόνον πόντου ʼπὶ νώτοις ἅλιον ἐφθείρου πλάνον; E. Hel. 774; ναυτίλους ἐφθαρμένους sailors driven out of their course, Id. IT 276; ἱκέτας δέχεσθαι ποντίους ἐφθαρμένους Id. Cyc. 300; of shipwrecked persons, νεῶν (ἐκ νεῶν Elmsl.) φθαρέντες A. Pers. 451; also of travellers or wanderers by land, οὐχ ἕνα νομίζων φθείρεται πόλεως νόμον (v.l. τόπον) E. El. 234; ὁ Μενέλαος χρόνον πολὺν ἐφθείρετο πανταχόσε τῆς Ἐλλάδος D.Chr. 7.95; οὐδὲν δεῖ φθείρεσθαι περιόντα ( = περιιόντα) τὴν ἀρχὴν ἅπασαν Aristid. Or. 26(14).33; ἄνω κάτω διαθέοντας τὴν Ἑλλάδα καὶ φθειρομένους Id. 1.420 J.; τῶν μετοίκων τῶν ἐξ Ἑρμιόνης οὐκ οἶδʼ ὅπως εἰς Πειραιᾶ φθαρέντων Alciphr. 1.13; μὴ περιΐδῃς ἀγαθοὺς γείτονας εἰς στενὸν τοῦ καιροῦ φθειρομένους ib. 24; [Ἀλέξανδρον] ὑπὲρ τὸν Ἰνδὸν κτλ. φθειρόμενον Arr. An. 7.4.2; φθαρῆναι εἰς βάρβαρα ἔθνη (ἐν βαρβάροις ἔθνεσι or ἔθεσι codd.) Phalar. Ep. 49; φθαρέντων ἐς ἀλλήλους falling foul of one another, App. Praef. 10 (s. v. l.).
      • 5 of women, χέρσους φθαρῆναι pine away in barrenness, S. OT 1502, cf. El. 1181 (unless wander, cf. supr. II.4). (Cf. Skt. ksárati ‘flow’, later ‘wane, perish’, Avest. γžar- and žgar- ‘flow’.)

Saved

Recent