Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χυδαίως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χρῴζω
χρῶμα
χρῶμαι
χρωματεύω
χρωματίζω
χρωματικός
χρωμάτινος
χρωμάτιον
χρωματισμός
χρωματοποιία
χρωματοποιΐα
χρωματοπώλης
χρωματουργία
χρωματουργός
χρωμοκρασία
χρώννυμι
χρωννύω
χρώς
χρῶσις
χρωστήρ
χρωτίδιον
χρωτίζω
χυδαΐζομαι
χυδαΐζω
χυδαϊκῶς
χυδαιολογία
χυδαῖος
χυδαιότης
χυδαιόω
χυδαϊστί
χυδαίως
χύδαν
χυδανός
χύδην
χυθείη
χυθρίδιον
χυθρόγαυλος
χυλάριον
χυλιάζω
χυλίζω
χύλισμα
χυλισμός
χυλιστά
χυλοειδής
χυλοποιέω
χυλός
χυλόω
χυλώδης
χύλωμα
χύλωσις
χυλωτός
χύμα
χυματίζω
χυμάτιον
χυμεία
χὐμεῖς
χυμένη
χύμενος
χύμευσις
χυμευτικός
χυμεύω
…
χυδαίως
Save
Bailly 2024
χυδαίως
[
ῠ
]
adv.
d’une façon vulgaire,
Bas.
3, 466
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}