Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ἀγαλματίτης
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀγάλαστος
ἀγαλβάς
ἀγάλιχον
Ἄγαλλα
Ἀγαλλεύς
ἀγαλλητός
ἀγαλλιάζομαι
ἀγαλλιάζω
ἀγαλλίαμα
ἀγαλλιάς
Ἀγαλλίας
ἀγαλλιάσιμος
ἀγαλλίασις
ἀγαλλίασμα
ἀγαλλιασμός
ἀγαλλιάω
ἀγάλλιος
ἀγαλλίς
Ἀγαλλίς
ἀγαλλίωσις
ἀγάλλομαι
ἀγάλλοχον
ἀγαλλύνομαι
ἀγάλλω
ἄγαλμα
ἀγαλμαῖος
ἀγαλματίας
ἀγαλματίζω
ἀγαλματικός
ἀγαλμάτιον
ἀγαλματίτης
ἀγαλματογλύπτης
ἀγαλματογλύφος
ἀγαλματοθήκη
ἀγαλματομική
ἀγαλματοποιέω
ἀγαλματοποιητική
ἀγαλματοποιητικός
ἀγαλματοποιΐα
ἀγαλματοποιία
ἀγαλματοποιικός
ἀγαλματοποιός
ἀγαλματοπώλης
ἀγαλματουργέω
ἀγαλματουργία
ἀγαλματουργική
ἀγαλματουργικός
ἀγαλματουργός
ἀγαλματοφορέω
ἀγαλματοφόρος
ἀγαλματοφώρας
ἀγαλματόω
ἀγαλματώδης
ἀγαλμητόν
ἀγαλμοειδής
ἀγαλμός
ἀγαλμοτυπεῖς
ἀγαλμοτυπεύς
ἀγαλμοτυπής
ἀγάλοχον
ἄγαλσις
…
ἀγαλματίτης
Save
LSJ
DGE
ἀγαλμ-ατίτης, ὁ, =
λιθοκόλλα
Hsch.
ἀγαλματίτης·
λίθου κόλλα
Hsch.
α
267.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts