ἀγαλματοποιικός
ἀγαλματοποιικός, sculptor’s fee
ἀγαλματο-ποιικός,
- = -ποιητικός, Poll. 1.13: -ποϊκόν, τό, sculptorʼs fee, IG 1.324.
1 subst. τὸ ἀ. pago del escultor, IG l.c.
2 subst. ἡ ἀ. (sc. τέχνη) la escultura Poll.1.13, Hierax en Stob.3.9.54.