About Report a problem

Menu

ἀγαλματοποιικός

ἀγαλματοποιικός, sculptor’s fee

ἀγαλματο-ποιικός,
  • = -ποιητικός, Poll. 1.13: -ποϊκόν, τό, sculptorʼs fee, IG 1.324.

Saved

Recent