Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ἀδιαλύτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀδιάζευκτος
ἀδιάθετος
ἀδιαίρετος
ἀδιαιρέτως
ἀδιαίτητος
ἀδιακάθαρτος
ἀδιακελεύθω
ἀδιακίνητος
ἀδιάκλειστος
ἀδιακόνητος
ἀδιακόντιστον
ἀδιακόντιστος
ἀδιάκοπος
ἀδιακόρευτος
ἀδιακόσμητος
ἀδιακρισία
ἀδιάκριτος
ἀδιακρίτως
ἀδιακωλύτως
ἀδιάλειπτος
ἀδιαλείπτως
ἀδιάλεκτος
ἀδιαληπτεύω
ἀδιάληπτος
ἀδιαλήπτως
ἀδιαληψία
ἀδιάλλακτος
ἀδιαλλάκτως
ἀδιαλόγιστος
ἀδιάλυτος
ἀδιαλύτως
ἀδιαλώβητον
ἀδιαλώβητος
ἀδιαμάρτητος
ἀδιαμάσητος
ἀδιαμέλητος
ἀδιαμέριστος
ἀδιαμόρφωτος
ἀδιανέμητος
ἀδιανοησία
ἀδιανοητεύομαι
ἀδιανόητος
ἀδιανοήτως
Ἀδιάντη
ἀδίαντον
ἀδίαντος
ἀδιάξεστος
ἀδιαπάτητος
ἀδιάπαυστος
ἀδιαπαύστως
ἀδιάπεπτος
ἀδιαπλασίαστος
ἀδιάπλαστος
ἀδιαπλήτως
ἀδιαπνευστεί
ἀδιαπνευστέω
ἀδιαπνευστία
ἀδιάπνευστος
ἀδιαπόνητα
ἀδιαπόνητος
ἀδιαπόρευτον
…
ἀδιαλύτως
Save
Bailly 2024
ἀδιαλύτως
[
ῠ
]
adv.
d’une façon irréconciliable,
Pol.
18, 20, 4
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts