Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ἀνέντονον
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνένδοχος
ἀνένδυτος
ἀνενέγκαι
ἀνενεγκτέον
ἀνένεικα
ἀνενείκατο
ἀνενειχθείς
ἀνενεκτέον
ἀνενεργής
ἀνενεργησία
ἀνενέργητος
ἀνένεργος
ἀνενετεῖ
ἀνένευσα
ἀνενεχύραστος
ἀνενῆλιξ
ἀνενήνοθεν
ἀνενθουσίαστος
ἀνενθουσιάστως
ἀνενθύμητος
ἀνενλιπής
ἀνεννόητος
ἀνενοχλησία
ἀνενόχλητος
ἀνέντατος
ἀνενταφίαστος
ἀνενταφιάστως
ἀνεντερίζω
ἀνέντες
ἀνέντευκτος
ἀνέντονον
ἀνεντρέπτως
ἀνεντρεχής
ἀνέντροπος
ἀνεξαγόρευτος
ἀνεξάκουστος
ἀνεξάλειπτος
ἀνεξάλεπτος
ἀνεξάλλακτος
ἀνεξαλλοτρίωτος
ἀνεξάντλητος
ἀνεξαπατησία
ἀνεξαπάτητος
ἀνεξαπατήτως
ἀνεξαρίθμητος
ἀνεξάρνητος
ἀνεξάρπαστος
ἀνεξεικόνιστον
ἀνεξέλεγκτος
ἀνεξελέγκτως
ἀνεξέλευστος
ἀνεξέλικτος
ἀνεξελίκτως
ἀνεξεπίμονος
ἀνεξεραύνητος
ἀνεξεράω
ἀνεξέργαστος
ἀνεξερεύνητος
ἀνεξέρχομαι
ἀνέξεται
ἀνεξεταστέλεγχος
…
ἀνέντονον
Save
LSJ
DGE
ἀνέν-τονον·
ἱμάτιον
(Lacon.),
Hsch.
ἀνέντονον·
lacon.
ἱμάτιον
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts