Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ἀνυποστάτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνυπόδικος
ἀνυπόζωστος
ἀνυπόθετος
ἀνυποθέτως
ἀνυπόθηκος
ἀνύποιστος
ἀνυποιστότης
ἀνυπόκριτος
ἀνυποκρίτως
ἀνυπόληπτος
ἀνυπόλογος
ἀνυπομενετέος
ἀνυπομενετός
ἀνυπομένητος
ἀνυπόμνηστος
ἀνυπομονησία
ἀνυπομόνητος
ἀνυπονόητος
ἀνυπονοήτως
ἀνυπόπαστος
ἀνυπόπτευτος
ἀνύποπτος
ἀνυπόπτως
ἀνυπόπτωτος
ἀνυποσημείωτος
ἀνυπόσκευος
ἀνυποστάλτως
ἀνυποστασία
ἀνυπόστασις
ἀνυπόστατος
ἀνυποστάτως
ἀνυπόστολος
ἀνυποστόλως
ἀνυποστρεπτί
ἀνυπόστρεπτος
ἀνυπόστροφος
ἀνυποσφραγίς
ἀνυποταγή
ἀνυποτακτέω
ἀνυπότακτος
ἀνυποταξία
ἀνυποτελής
ἀνυποτίμητος
ἀνυποτιμήτως
ἀνυπότλητος
ἀνύπουλος
ἀνυπούλως
ἀνύπους
ἀνυποφόρητος
ἀνυπόφορος
ἀνυποχώρητος
ἀνύπτιος
ἄνυρις
ἄνυρος
ἀνυσάμαν
ἀνυσιεργός
ἀνυσίεργος
ἀνύσιμος
ἀνυσίμως
Ἀνύσιος νομός
ἄνυσις
…
ἀνυποστάτως
Save
Bailly 2024
ἀνυποστάτως,
adv.
irrésistiblement,
Aristob.
(
Eus.
P.E.
377
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts