ἀποκαραδοκέω
ἀποκαραδοκέω, expect earnestly
Could not find ἀποκαραδοκήσωσί in Logeion dictionaries.
ἀποκαραδοκήσωσί aorist active subjunctive 3rd plural of ἀποκαραδοκέω
ἀποκᾰρᾱδοκ-έω,
- expect earnestly, c. acc., Plb. 16.2.8, al., Aq. Ps. 36(37).7, J. BJ 3.7.26.
hacer frente, esperar
τὸν κίνδυνον
τὴν Ἀντιόχου παρουσίαν
τὴν ὁρμὴν τῶν βελῶν
αὐτόν (sc. τὸν κύριον)
τὸ μέλλον
ἀπο·καραδοκέω-ῶ [κᾰᾱ] attendre avec impatience, Pol. 16, 2, 8, etc. ; Jos. B.J. 3, 7, 26, etc.
ἀποκαραδοκέω, [ρᾱ], ab-, erwarten, Pol. κίνδυνον, παρουσίαν, 16.2, 18.31.