ἀποκαίω
ἀποκαίω, to burn off
- burn off, of cautery, X. Mem. 1.2.54, D. l.c.; of intense cold, θύελλαν ἥ κεν ἀπὸ Τρώων κεφαλὰς . . κήαι Il. 21.336; ἄνεμος βορρᾶς . . ἀποκαίων πάντα X. An. 4.5.3; ἀπέκαυσεν ἡ πάχνη τοὺς ἀμπέλους Philippid. l.c., cf. Thphr. CP 2.3.1, al.:—Pass., ἀπεκαίοντο αἱ ῥῖνες their noses were frozen off, X. An. 7.4.3.
- 2 calcine, Dsc. 5.125.
I tr., en v. act.
1 quemar, calcinar
ἀποκάεται ... ὑπὸ θερμοῦ
ὁρῶσα σάρκας τέκνων ἀποκαιομένας
• abs. act., Dsc.5.125.
2 quemar por frío intenso, helar
θύελλαν, ἥ κεν ἀπὸ Τρώων κεφαλὰς ... κήαι
ἀπέκαυσεν ἡ πάχνη τὰς ἀμπέλους
ἄνεμος βορρᾶς ... ἀποκαίων πάντα
ἀποκάει τὰ ψυχρά
• en v. med. helarse
ῥῖνες ἀπεκαίοντο καὶ ὦτα
3 medic. cauterizar
τὰς φλέβας κύκλῳ ἀποκαῦσαι
• abs., Hp.Epid.6.6.6, cf. X.Mem.1.2.54, D.25.95.
II intr., en v. med. arder
ἀφ' οὗ πρῶτον ἀποκαιομένου τὴν τῶν ἀστέρων εἶναι φύσιν
- to burn off, of cautery, Xen.: of intense cold (like Virgilʼs frigus adurit), to shrivel up, Xen.:— Pass., ἀπεκαίοντο αἱ ῥῖνες their noses were frozen off, Xen.