Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ἀπολυτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀπολούτριος
ἀπόλουτρον
ἀπολουτρόω
ἀπολούω
ἀπολοφόνιος
ἀπολοφύρομαι
ἀπολόφυρσις
ἀπολοχμόομαι
ἀπόλοχον
ἀπόλυγμα
ἀπόλυγματος
ἀπόλυμα
ἀπολυμαίνομαι
ἀπολυμαντήρ
ἀπολύματα
ἀπολύουσα
ἀπολυπέω
ἀπολυπλασίαστος
ἀπολυπραγμόνητος
ἀπολυπραγμόνως
ἀπολυπράγμων
ἄπολυς
ἀπολυσίδιον
ἀπολύσιμος
ἀπόλυσις
ἀπολυσσάω
ἀπολυτέον
ἀπολυτήριον
ἀπολυτής
ἀπολυτικός
ἀπολυτικῶς
ἀπόλυτος
ἀπολυτρόω
ἀπολύτρωσις
ἀπολυτρωτικός
ἀπολύτως
ἀπολύω
ἀπολυώρητος
ἀπολωβάω
ἀπόλωλε
ἀπολωπίζω
ἀπολωτίζω
ἀπολωφάω
ἀπολωφέω
ἀπολώφησις
ἀπόλωψεν
ἀπομαγδαλία
ἀπομαγδαλιά
ἀπομαγδαλίς
ἀπόμαγμα
ἀπομαδαρόω
ἀπομαδάω
ἀπομαδίζω
ἀπομάζιος
ἀπομάθημα
ἀπομάθησις
ἀπομαίνομαι
ἀπομακαρίζω
ἀπομακκόω
ἀπομακρύνω
ἀπομακτέον
…
ἀπολυτικῶς
Save
Bailly 2024
ἀπολυτικῶς
[
ῠ
]
adv.
avec indulgence pour absoudre,
Xén.
Hell.
5, 4, 25
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts