ἀποσκώπτω
ἀποσκώπτω, to banter, rally
Could not find ἀποσκώπτουσι in Logeion dictionaries.
ἀποσκώπτουσι present active participle masculine dative plural, present active participle neuter dative plural, present active indicative 3rd plural of ἀποσκώπτω
- banter, rally, Θαλῆν ἀστρονομοῦντα . . θεραπαινὶς ἀποσκῶψαι λέγεται Pl. Tht. 174a; ἀ. πρός or εἴς τινα, jeer at one, D.C. 48.38, Luc. Herm. 51, etc.; ἐπί τινι D.C. 60.33; εἴς τινα ἐπίγραμμα D.L. 5.11.
burlarse, mofarse
Θαλῆν ἀστρονομοῦντα
• c. prep.
πρὸς ... τὸν Ἀντώνιον
ἐς τὸν Κικέρωνα
ἐς τὸν Ξέρξην
ἐς τοὺς φιλοσοφοῦντας
ἐς αὐτόν
• dedicar en tono de burla o mofa
εἰς αὐτὸν ἐπίγραμμα
πολλὰ ... πρὸς τὸν Τούλλιον
•
ἐφ' ᾧ ... κάλλιστα
• c. inf. mofarse de
μετελαύνειν αὐτὸν τὰ πρόβατα
- to banter, rally, τινά Plat.; ἀπ. εἴς τινα to jeer at one, Luc.