ἀποσκυλεύω
ἀποσκυλεύω, to carry off as spoil from
ἀποσκῡλεύω,
- carry off as spoil from, τί τινος Theoc. 24.5.
despojar c. ac. y gen.
Πτερελάου ... καλὸν ὅπλον ἀπεσκύλευσε πεσόντος
ἀπο·σκυλεύω [ῡ] dépouiller, Thcr. Idyl. 24, 5.
Étym. ἀ. σκῦλον.
ἀποσκυλεύω, [ῡ], = ἀποσυλάω, ὅπλον πεσόντος Theocr. 24.5.
ἀποσκυλεύω
- to carry off as spoil from τί τινος Theocr.