ἐγκαθείργω
ἐγκαθείργω, shut up, enclose
Could not find ἐγκαθεῖρξαι in Logeion dictionaries.
ἐγκαθεῖρξαι perfect middle-passive indicative 2nd singular, aorist active infinitive of ἐγκαθείργω
- shut up, enclose, J. AJ 5.1.2; φορβείᾳ τὸ ῥαγδαῖον Plu. Cohib. 2.456c:— Pass., Frig. ib. 951b, Jul. Or. 7.206b:—also ἐγκατείργω, Agath. 1.11, al.:— Pass., Aret. SA 1.5, Herm. ap. Stob. 1.49.44.
1 encerrar, aprisionar
τὴν γυναῖκα ... ἐγκαθείρξας
ἐκέλευσε δήσαντας αὐτὸν ἐγκαθεῖρξαί τινι οἰκήματι σκοτεινῷ
τοὺς δυσμενεῖς
ἐν τοῖς σπηλαίοις τῶν πετρῶν ἑαυτοὺς ἐγκαθείρξαντες
ἀκοντίσαι τοὺς ἐγκαθειργμένους
αἰκισμοῖς πολλοῖς ... ἡμᾶς κατέστησεν ... ἐγκαθειργμένους
• en v. pas., c. suj. de cosa o abstr. quedar encerrado o atrapado dentro
πνεῦμα δὲ ἐγκατειρχθὲν τὰ πάντα σείσῃ
πῦρ ... ἐν τῇσι κοιλίῃσι ἀμφοῖν ἐγκαθειργμένον
ὅ τι θεοειδέστατον ... ἐγκαθειργμένον
εἰς ἄτιμα ... σκηνώματα
τὴν ψυχὴν ἔχων ... ἐγκαθειργμένην
en el cuerpo
2 constreñir, contener
φορβειᾷ ... τοῦ πνεύματος τὸ ῥαγδαῖον ἐγκαθεῖρξε
τοῖς αἰσθητοῖς τὸν νοῦν ἐγκαθείρξαντες
limitando la conciencia a (el testimonio de) los sentidos