ἐγκαθείργνυμι
encerrar fig.
ἐγκαθειργνύων τῇ ψυχῇ ... σῶμα
• en v. pas. quedar encerrado o atrapado dentro
ἡ ἀναθυμίασις
ἡ δασύτης τοῖς τελευταίοις μέρεσι τῶν ὀνομάτων οὐδαμῶς ἐγκαθείργνυται
ἐγ·καθείργνυμι, c. le suiv. Plut. M. 951b.
Étym. ἐκ, κ.
ἐγκαθείργνυμι, [ῡ], (εἵργνυμι), = ἐγκαθείργω ; Plut. prim. frig. 15.