Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ἐξευασμένου
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐξέσπασε
ἐξεσσυ
ἐξεσσύθην
ἐξέσσυτο
ἔξεστι
ἔξεστις
ἐξεστραμμένως
ἐξέστρεψε
ἐξετάζω
ἐξέταμε
ἐξετανύσθη
ἐξετάνυσσε
ἐξετασία
ἐξέτασις
ἐξετασμός
ἐξεταστέον
ἐξεταστέος
ἐξεταστήριον
ἐξεταστής
ἐξεταστικός
ἐξεταστικῶς
ἐξέτειον
ἐξετέλειον
ἐξετέλεσσα
ἐξετελεῦντο
ἐξέτεροι
ἑξέτης
ἑξετής
ἐξέτι
ἑξέτις
ἐξευασμένου
ἐξευγενίζω
ἐξευδιάζω
ἐξευθετίζω
ἐξευθύνω
ἐξευκρινέω
ἐξευλαβέομαι
ἐξευλυτέω
ἐξευμαρίζω
ἐξευμενίζω
ἐξευμένισις
ἐξευμενισμός
ἐξευμενιστέον
ἐξευμενιστήριον
ἐξευνουχίζω
ἐξευπορέω
ἐξευπορίζω
ἐξεύρεμα
ἐξεύρεσις
ἐξευρετέος
ἐξευρετικός
ἐξεύρημα
ἐξευρίσκω
ἐξευτελίζω
ἐξευτελισμός
ἐξευτελιστής
ἐξευτονέω
ἐξευτρεπίζω
ἐξευφραίνομαι
ἐξευφραίνω
ἐξεύχομαι
…
ἐξευασμένου
Save
LSJ
ἐξευασμένου·
τεθνεῶτος, γενομένου,
Hsch.
(v.
ἐξαυαίνω
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts